stefanos_k6qi014w No Comments

Ο υπουργός δικαιοσύνης είναι συνταξιούχος δικαστής – τέως συνδικαλιστής. Γι’ αυτό ακολουθεί τα βήματα των συναδέλφων του, τους οποίους, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτηρίζει ο ελιτισμός, η αποξένωση από την Κοινωνία, η αποστροφή προς το δικηγορικό λειτούργημα, το οποίο πολλοί από αυτούς ακολουθούν (μετά από παραίτηση ή συνταξιοδότησή τους), και η αλαζονεία.

 

Σε αντίθεση με τον προηγούμενο, ο υπουργός δικαιοσύνης έδειξε από την πρώτη στιγμή τις προθέσεις του. Πέτυχε να υποβαθμιστεί ο ήδη εξασθενισμένος ρόλος του δικηγόρου. Για παράδειγμα, μπορεί κάθε δικαστής αυθαίρετα να δικάσει τον κατηγορούμενο ακόμη και για κακούργημα χωρίς τη συμπαράσταση υπερασπιστή δικηγόρου. Ο υπουργός υποβάθμισε επίσης το σύνολο των ατομικών δικαιωμάτων, ειδικά, των κατηγορουμένων, παράγοντας άδικους νόμους, με τους οποίους δημιουργείται ανασφάλεια και σύγχυση, ενώ τα δικαστήρια εξακολουθούν να δικάζουν χωρίς σεβασμό προς τις θεμελιώδεις αρχές (όπως της αξίας του ανθρώπου, της αναλογικότητας, της εύνοιας προς τον αδύναμο κατηγορούμενο, της ισότητας ενώπιον του νόμου, της επιείκειας και της ευθυδικίας).
Τις δικαστικές αποφάσεις χαρακτηρίζει η έλλειψη της από το Σύνταγμα επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκδίδονται, στην πλειονότητά τους, με συνοπτικές διαδικασίες, οι δε ποινές υπερβαίνουν κάθε έννοια ανθρωπισμού, αναλογικότητας και δικαίου. Πρόκειται για αποφάσεις εξόντωσης, κυρίως νέων και αδύνατων, και το χειρότερο είναι πως δεν υπάρχουν αντιδράσεις εκ μέρους της Κοινωνίας και τον αρμόδιων επιστημόνων και φορέων.
Τίποτα δεν φαίνεται να είναι ικανό να βελτιώσει τον τρόπο και τη μέθοδο απονομής δικαίου. Γι’ αυτό, υπάρχει δυσπιστία στον ίδιο τον θεσμό της Δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, ο μέσος πολίτης δεν εμπιστεύεται τα δικαστήρια και γενικά τον τρόπο λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.
Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, εφ’ όσον έχει διευρυνθεί σε μέγιστο βαθμό το χάσμα που χωρίζει τους δικαστικούς λειτουργούς από τον λαό και την κοινωνία. Εξ άλλου, ο υπουργός δικαιοσύνης έχει φροντίσει να αυξήσει σε τέτοιο βαθμό τις δαπάνες προσφυγής στα δικαστήρια, ώστε ν’ αποφεύγει ο πολίτης να διεκδικήσει και να προστατέψει τα δικαιώματά του, ελλείψει οικονομικών δυνατοτήτων.
Τελευταία, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Ειδικότερα, αποφασίστηκε νέα (χειρότερη από τις προηγούμενες) νομοθετική μεταρρύθμιση, δια της οποίας καταργείται η εξέταση μαρτύρων στο πλαίσιο των πολιτικών – αστικών δικών, μέσω νομοσχεδίου, που προωθεί ο συνταξιούχος δικαστής – υπουργός με τον τίτλο “αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας”.
Βάσει του προωθούμενου νέου νόμου, καταργείται η εξέταση των μαρτύρων ενώπιον των δικαστηρίων, στις λεγόμενες αστικές υποθέσεις, με υπαρκτό τον κίνδυνο να πολλαπλασιαστούν οι άδικες αποφάσεις, επειδή, εκτός των άλλων, δεν θα υπάρχει δυνατότητα ακροαματικού ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων.
Στο εξής, βάσει του νομοσχεδίου, η δίκη θα “διεξάγεται” μόνο με εξέταση εγγράφων, δοθέντος ότι οι μάρτυρες θα υπογράφουν προετοιμασμένες ένορκες βεβαιώσεις, που θα περιέχουν την κατάθεσή τους. Στη συνέχεια, οι ένορκες βεβαιώσεις (και όχι οι ίδιοι οι μάρτυρες) θα εξετάζονται από τα δικαστήρια, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Επίσης, καταργείται η δυνατότητα να εξαιρεθεί ο μάρτυρας, όταν έχει κώλυμα μαρτυρίας, λόγω συγκεκριμένων ιδιοτήτων του, όπως όταν έχει ο ίδιος προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης ή είναι ο εκπρόσωπος του διάδικου νομικού προσώπου.
Με το ίδιο νομοσχέδιο, παρέχονται προνόμια στις ήδη πανίσχυρες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, οι οποίες θα μπορούν με τάχιστες διαδικασίες να πλειστηριάζουν την περιουσία του οφειλέτη τους, τα χρέη του οποίου, ως γνωστό, δεν μειώνονται ποτέ, εξ αιτίας των τραπεζικών τοκογλυφικών τεχνασμάτων γιγάντωσης των οφειλών προς αυτές.
Οι συνήθως καθεύδοντες σύλλογοι των δικηγόρων αποφάσισαν, με μεγάλη βραδύτητα, ν’ αντιδράσουν με το μοναδικό μέσο που διαθέτουν, την αποχή από την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
Ο τρόπος αυτός εναντίωσης στη νέα νομοθετική υποβάθμιση της Δικαιοσύνης και στη μονιμοποίηση του καθεστώτος της αδικίας, που επικρατεί ειδικά σε βάρος των αδύνατων, κατακρίθηκε από πολλούς, ακόμα και από δικηγόρους, οι δε δικαστικοί λειτουργοί (με σημαντικές εξαιρέσεις), όπως συνήθως συμβαίνει, δεν δείχνουν ιδιαίτερο σεβασμό στον τρόπο αυτό, τον μοναδικό, της δίκαιης και επιβαλλόμενης αντίδρασης.
Η άποψη ότι οι δικηγόροι, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, δεν προστατεύονται από το Σύνταγμα ως προς το δικαίωμα αποχής δεν είναι πειστική ούτε σωστή. Θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή υπό ομαλές κοινωνικές και εθνικές συνθήκες. Υπό την παρούσα κατάσταση της συλλήβδην παραβίασης του συνόλου των συνταγματικών διατάξεων, δεν απομένει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο, με δεδομένη τη νομοθετική πρόβλεψη, ότι η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σοβαρό λόγο αναβολής της εκδίκασης των υποθέσεων από τα δικαστήρια.
Άλλος τρόπος και άλλο μέσο για να πειστεί ο υπουργός δικαιοσύνης και η δικομματική κυβέρνηση ν’ αλλάξουν τακτική, ματαιώνοντας την προώθηση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου της καταστροφής δεν υπάρχει. Μόνο με αποχή διαρκείας των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους ίσως “συγκινηθεί” η ανάλγητη εξουσία για να ματαιώσει την ολοκληρωτική εξάρθρωση του ούτως ή άλλως βαρέως νοσούντος συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.
Θ.  Εύβουλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *